κυριλλικό αλφάβητο


κυριλλικό αλφάβητο
Σύνολο γραμμάτων που σημειώνουν την έναρξη της γραπτής παράδοσης των σλαβικών γλωσσών. Η ονομασία του αλφαβήτου προέρχεται από τον απόστολο των Σλάβων Κύριλλο, ο οποίος ανέλαβε μαζί με τον αδελφό του, Μεθόδιο, το 863 να κηρύξει τον χριστιανισμό στον πληθυσμό της Μεγάλης Μοραβίας (βλ. λ. Κύριλλος και Μεθόδιος). Ο Κύριλλος, κατά την παράδοση, επινόησε αυτό το σύστημα γραφής –σύμφωνα με άλλη άποψη, η επινόηση πρέπει μάλλον να αποδοθεί σε κάποιον από τους οπαδούς του–, γιατί η απόδοση των φθόγγων των σλαβικών γλωσσών ήταν αδύνατη τόσο με το ελληνικό όσο και με το λατινικό αλφάβητο. Βάση του κ.α. αποτελεί το ελληνικό αλφάβητο, με ορισμένα στοιχεία πιθανώς εβραϊκού ή ίσως αρμενικού και αβεστικού αλφαβήτου. Στην ιστορία του αλφαβήτου, που είναι γνωστό με τη γενική ονομασία κ.α., μπορούμε να διακρίνουμε τρεις φάσεις, που αντιπροσωπεύουν ισάριθμους σταθμούς στην εξέλιξη ενός και του αυτού συστήματος γραφής: 1) το γλαγολικό αλφάβητο (η ονομασία του οποίου προέρχεται από το αρχαίο βουλγαρικό γλάγολου = λέξη, λόγος), το οποίο βασίζεται στη μικρογράμματη ελληνική γραφή που χρησιμοποιείτο τον 9o αι. μ.Χ. και εφαρμόστηκε σε μερικές ζώνες της Σερβίας για λειτουργικούς σκοπούς έως τον 17o αι.· 2) το αρχαίο κ.α., που βασιζόταν στη μεγαλογράμματη ελληνική γραφή· 3) τέλος, το νεότερο κ.α., που αποτελεί στην ουσία τη σημερινή γραφή. Το αλφάβητο αυτό εισήχθη κατά τον 18o αι. με πρωτοβουλία του Μεγάλου Πέτρου (1672-1725) και είναι γνωστό ως πολιτικό αλφάβητο. Η εισαγωγή του είχε μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη της λαϊκής γλώσσας. Ενώ στην Τσεχία και στην Πολωνία, όπου ήταν ιδιαίτερα ισχυρή η επιρροή της Γερμανικής Καθολικής Εκκλησίας, χρησιμοποιούν σήμερα αλφάβητο γερμανολατινικής προέλευσης, το κ.α., που αντικατοπτρίζει την παλαιά επιρροή της Εκκλησίας της Ελλάδος, χρησιμοποιείται σήμερα κατά ένα μέρος στη Σερβία (με τροποποιήσεις που εισήχθησαν στις αρχές του 19ου αι.), στη Βουλγαρία (με σημαντικές τροποποιήσεις που εισήχθησαν τον Φεβρουάριο του 1945) και φυσικά στα εδάφη της Ρωσίας και ορισμένων Δημοκρατιών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, με μερικές τροποποιήσεις σχετικά με τη μεταγραφή της ουκρανικής και της λευκορωσικής γλώσσας. Το κ.α. εξάλλου χρησιμοποιείται και από μια μεγάλη ομάδα μη σλαβικών γλωσσών στο εσωτερικό της Ρωσίας. Έως το 1860 το χρησιμοποιούσαν και στη Ρουμανία. Το κυριλλικό αλφάβητο και η προφορά των στοιχείων του κατά το διεθνές φωνητικό σύστημα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλφάβητο — Κάθε σύστημα γραφής μιας γλώσσας, με την ευρεία έννοια. Πιο ειδικά, είναι το σύνολο των σημείων που χρησιμοποιούνται για τις αλφαβητικές γραφές, οι οποίες διακρίνονται από τις ιδεογραφικές ή τις συλλαβογραφικές. Στην αλφαβητική γραφή, κάθε απλός… …   Dictionary of Greek

  • σλαβονικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που αναφέρεται στη Σλαβονία, ιστορική περιοχή τής Κροατίας 2. (το θηλ. ως κύριο όν.) η Σλαβονική η σλαβονική γλώσσα 3. φρ. α) «σλαβονική γλώσσα» σλαβική γλώσσα βασισμένη πρωτίστως στις νοτιοσλαβικές διαλέκτους και κυρίως στην… …   Dictionary of Greek

  • Κύριλλος και Μεθόδιος — (9ος αι. μ.Χ.). Αδελφοί κληρικοί, λόγιοι και ιεραπόστολοι από τη Θεσσαλονίκη, άγιοι της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, «απόστολοι των Σλάβων». Ήταν γιοι του βυζαντινού στρατιωτικού Λέοντα. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Mεθόδιος (Θεσσαλονίκη 827 – Ρώμη… …   Dictionary of Greek

  • κυριλλικός — ή, ό και κυρίλειος, α, ο [Κύριλλος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Κύριλλο, τον Έλληνα ιεραπόστολο που, μαζί με τον αδελφό του Μεθόδιο, δίδαξαν το Ευαγγέλιο και θεμελίωσαν τον χριστιανισμό στον σλαβικό κόσμο 2. φρ. «κυριλλικό αλφάβητο»… …   Dictionary of Greek

  • Αζερμπαϊτζάν — I Κράτος της Υπερκαυκασίας, στη ΝΔ Ασία.Συνορεύει με τη Ρωσία στα Β, τη Γεωργία στα ΒΔ, την Αρμενία στα Δ και με το Ιράν, και πιο συγκεκριμένα την επαρχία που αποκαλείται επίσης Α., στα Ν. Όλη η ανατολική του πλευρά βρέχεται από την Κασπία… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Θρησκεία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ Το περιεχόμενο της θρησκείας που επικράτησε στον ελλαδικό χώρο κατά την Παλαιολιθική εποχή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς. Τα λιγοστά και δυσεξιχνίαστης σημασίας ευρήματα δεν βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή …   Dictionary of Greek

  • Μολδαβία — I Κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνορεύει στα Β, στα Α και στα Ν με την Ουκρανία και στα Δ με τη Ρουμανία. Δεν βρέχεται από θάλασσα.H M. ήταν μέχρι το 1991 μία από τις Σοβιετικές Δημοκρατίες. Mέχρι το 1940 το μεγαλύτερο μέρος της ανήκε στη… …   Dictionary of Greek

  • Σλάβοι — Ομάδα λαών, που πιθανότατα κατάγονται από την Κεντρική Ευρώπη, μεταξύ του άνω Όντερ και του μέσου Δνείπερου. Αρχικά ήταν νομάδες κυνηγοί και έμαθαν τη γεωργία σε προϊστορικούς χρόνους από τους λαούς του Δούναβη αυτό συνέβαλε στην αύξηση του… …   Dictionary of Greek

  • κυριλλικός — ή, ό кириллический, относящийся к святому равноапостольному Кириллу, просветителю славян; ΦΡ. κυριλλικό αλφάβητο το кириллица – азбука, созданная святым Кириллом для просвещения славян. Основывается на греческом письме 9 века и с некоторыми изме …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.